Μώλος

Μώλος
Sp Mòlas Ap Μώλος/Molos L R Graikija

Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • Μῶλος — toil and moil masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μῶλος — toil and moil masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μώλος — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Πεδινή κωμόπολη (υψόμ. 45 μ., 3.203 κάτ.) στην πρώην επαρχία Λοκρίδας του νομού Φθιώτιδας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. 2. Παράλιος οικισμός (υψόμ. 5 μ., 139 κάτ.) της Κέρκυρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο… …   Dictionary of Greek

  • Μῶλον — Μῶλος toil and moil masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μῶλον — μῶλος toil and moil masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μώλου — Μῶλος toil and moil masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μώλους — Μῶλος toil and moil masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μώλῳ — Μῶλος toil and moil masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Molos — Μώλος Location …   Wikipedia

  • μώλυς — μῶλυς, υ, γεν. υος (Α) 1. εξαντλημένος, ασθενής, βραδύς, νωχελής, νωθρός 2. μτφ. αδύνατος ως προς τον νου, ανόητος 3. φρ. «μῶλυς ῥίζα» μώλυ * 4. (κατά τον Ησύχ.) «μῶλυς ὁ ἀμαθής μωλύτερον ἀμβλύτερον». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για υποχωρητικό παρ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”